THOUSANDS OF FREE BLOGGER TEMPLATES

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2009

Ζαλισμένο καλοκαίρι...(2)

Η πόρτα της παλιάς μονοκατοικίας ήταν παραβιασμένη και κουνιόταν ρυθμικά με τον άνεμο. Φύλλα είχαν εισβάλει στο μικρό διάδρομο και η ατμόσφαιρα ήταν αποπνυκτική. Καθώς πλησίασε προς το σαλόνι η καρδιά του άρχισε να χτυπά δυνατά και ανέπνεε με δυσκολία. Τα φώτα ήταν όλα αναμένα, σαν γιορτή. Εκεί στη μέση του σαλονιού κρεμόταν από το ταβάνι μια σφιχτή θηλιά και ακριβώς από κάτω οι γονείς του γονατιστοί. Πλησιάζοντας τους παρατήρησε τα πόδια της αδερφής του να εξέχουν. Φορούσε ένα λευκό φόρεμα από εκείνα που της άρεσαν περισσότερο και που όταν τα φορούσε έμοιαζε με άγγελο. Πλησιάζοντας καλύτερα όμως παρατήρησε ότι το πρόσωπό της ήταν μελανιασμένο και τα μάτια της που ήταν πάντα τόσο λαμπερά, τώρα ήταν μισόκλειστα και θαμπά. Τα είχε καταλάβει όλα. Άλλωστε δεν ήταν παιδί πια. Δεν έβγαλε λέξη. Μόνο έπιασε το χέρι της μάνας του, που είχε λιώσει από το κλάμα και το κράτησε σφιχτά.

Λίγες μέρες αργότερα, βρέθηκε να μένει στο σπίτι της θείας του, ένα τέταρτο από το αρχαίο μαντείο των Δελφών. Η μάνα του τον είχε στείλει στην αδερφή της για να ξεφύγει από τις άσχημες αναμνήσεις που του προκαλούσε το σπίτι. Η θεία του ήταν ευγενική και καλοσυνάτη, αλλά εκείνος δεν άνοιγε το στόμα του παρα μόνο για να πεί καληνύχτα και να πέσει στο κρεβάτι. Τα πρωινά συνήθιζε να τριγυρνάει στους Δελφούς. Εκεί παρατηρούσε τα αρχαία μνημεία και το μυαλό του ξέφευγε λιγάκι από τις άσχημες εικόνες που είχε ζήσει. Είχε διαβάσει για τους Δελφούς. Εκεί συναντήθηκαν οι δύο αετοί που έστειλε ο Δίας από τα άκρα του σύμπαντος για να βρει το κέντρο του κόσμου. Εκεί ήταν ο ομφαλός της γης. Αυτό όμως που τον γέμιζε με δέος ήταν ο ναός του Απόλλωνα. Μπορούσε για ώρες να κοιτά τους κατεστραμένους κίονες και να φαντάζεται πώς ήταν χιλίαδες χρόνια πρίν. Μπορούσε ακόμη να μυρίσει τη μυρωδιά από τα φύλλα της δάφνης και να δεί τα αφιερώματα στο θεό του ήλιου. Έμενε εκεί καθηλωμένος για ώρες μέχρι την δύση του ήλιου. Μια περίεργη συγκίνηση έλουζε την ψυχή του και μια αίσθηση οικιότητας τον έκανε να νιώθει ασφαλής.

Όταν έφτασε το πρωί της 10ης Αυγούστου, σηκώθηκε από νωρίς. Τον είχε πιάσει μια παράξενη υπερένταση. Το αίμα του κυλούσε με ασυνήθεις ρυθμούς. Το μάτι του έπαιζε από τη στιγμή που ξύπνησε και είχε ένα παράξενο προαίσθημα. Παρ’όλα αυτά το πρόγραμμά του δεν άλλαξε. Χαιρέτισε τη θεία του κι έφυγε για τους Δελφούς. Εκείνο το πρωί ο αέρας ήταν διαφορετικός. Είχε μια ασυνήθιστη δύναμη, που έκανε τα κλαδιά των δέντρων να λυγίζουν. Όλα φαινότανε σαν να ετοιμάζονταν για την εισβολή των αστεριών. Ο Οδυσσέας κουρασμένος και ζαλισμένος από την πολλή ζέστη, ξάπλωσε πάνω σε μια μεγάλη πέτρα δίπλα στο ναό και αποκοιμήθηκε.

Όταν το σκοτάδι έκανε αισθητή την παρουσία του, άρχισε να αχνοφαίνεται και το χλωμό φεγγάρι. Ήταν το καλύτερο σημείο για να μαρτυρήσεις το μοναδικό φαινόμενο των πεφταστεριών. Ο ουρανός απλωνόταν πεντακάθαρος πάνω από τα αρχαία πετρώματα, που κουβαλούσαν επάνω τους αιώνες σιωπηλής σοφίας. Οι σκιές έπαιζαν με το λιγοστό φώς και οι δωρικοί κίονες τις αιχμαλώτιζαν με την πρωτόγνωρη απλότητά τους. Σαν ο αρχαίος μύθος να ξαναζωντάνευε από την αρχή.

Ξαφνικά, ένας δυνατός παλλόμενος ήχος πλημμύρισε το χώρο και ο Οδυσσέας ξύπνησε απότομα. Δυνατές φωνές, συντονισμένες όλες σε έναν ανατριχιαστικό τόνο πλησίαζαν όλο και περισσότερο προς τον αρχαίο νάο. Ο Οδυσσέας μόνος και φοβισμένος, σηκώθηκε και με δύο γρήγορες δρασκελιές κρύφτηκε πίσω από έναν κοντινό θάμνο. Το απόκοσμο θέαμα που είδε πίσω από εκείνο το θάμνο θα τον σημάδευε για ολόκληρη τη ζωή του.

2 σχόλια:

Dimos είπε...

Άτσα και η αρχαία πομπή... Αναρωτιέμαι αν είναι φαντάσματα του παρελθόντος ή καμία απόκρυφη αδελφότητα που σχετίζεται και με τον θάνατο της αδερφής του Οδυσσέα...

Maria είπε...

Dine mou idees, dine mou!